- Σκηνές που δεν συνάδουν με το δημοκρατικό ήθος ενός Δημάρχου εκτυλίχθηκαν στο τελευταίο Δημοτικό Συμβούλιο, όταν ο Δήμαρχος —με έντονο εκνευρισμό— επέλεξε να επιτεθεί λεκτικά σε Δημοτικό Σύμβουλο και να αγνοήσει την τυπική διαδικασία, απαιτώντας να συνεχίσει να μιλάει «όσο θέλει» και «όπως θέλει».
- Το περιστατικό ξεκίνησε όταν ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ζήτησε θεσμικά «να ολοκληρώσει ο Δήμαρχος».
- Η αντίδραση του Δημάρχου ήταν άμεση και επιθετική: «Όχι, εγώ μιλάω!
Σκηνές που δεν συνάδουν με το δημοκρατικό ήθος ενός Δημάρχου εκτυλίχθηκαν στο τελευταίο Δημοτικό Συμβούλιο, όταν ο Δήμαρχος —με έντονο εκνευρισμό— επέλεξε να επιτεθεί λεκτικά σε Δημοτικό Σύμβουλο και να αγνοήσει την τυπική διαδικασία, απαιτώντας να συνεχίσει να μιλάει «όσο θέλει» και «όπως θέλει».
Το περιστατικό ξεκίνησε όταν ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ζήτησε θεσμικά «να ολοκληρώσει ο Δήμαρχος». Η αντίδραση του Δημάρχου ήταν άμεση και επιθετική:
«Όχι, εγώ μιλάω! Δεν κατάλαβα, ρε πρόεδρε»
Μια φράση που θα ήταν απαράδεκτη ακόμα και σε μια ιδιωτική συζήτηση ― πόσο μάλλον εντός της αίθουσας της Δημοκρατίας, όπου ο Δήμαρχος οφείλει πρώτος να σέβεται τους κανόνες.
Ακολούθησαν σκηνές πρωτοφανούς αυταρχισμού, με δημοτικό σύμβουλο να διαμαρτύρεται επειδή ο Δήμαρχος χτύπησε το χέρι στο έδρανο την ώρα που μιλούσε εκείνος. Χαρακτηριστικός ο διάλογος:
Σύμβουλος: «Αυτόν τον αυταρχισμό; Εγώ μιλάω και χτυπήσατε το χέρι; Αν είναι δυνατόν!»
Δήμαρχος: «Ποιον αυταρχισμό; Αυτό το κατέβασμα του επιπέδου του Δημοτικού Συμβουλίου δεν το βλέπεις; Και θες να γίνεις και Δήμαρχος;»
Η ειρωνεία και η απαξίωση απέναντι σε εκλεγμένο σύμβουλο, σε συνδυασμό με το ύφος «εγώ αποφασίζω εδώ μέσα», δεν θυμίζουν Δημοτική Δημοκρατία αλλά πρακτικές άλλων εποχών.
Τέτοιες εικόνες: τραυματίζουν τον θεσμό, υποβαθμίζουν το επίπεδο του Δημοτικού Συμβουλίου, εκθέτουν τον Δήμο και τους πολίτες, και προδίδουν μια αντίληψη εξουσίας που δεν έχει θέση σε δημοκρατικό πλαίσιο.
Δεν είναι απλώς «έντονη προσωπικότητα». Είναι νοοτροπία εξουσίας που ακυρώνει τη συλλογικότητα, την ισονομία και τον θεσμικό σεβασμό. Κι αυτό δεν μπορεί να περάσει ως φυσιολογικό.
Σε μια εποχή που οι Δήμοι οφείλουν να είναι παράδειγμα διαλόγου, πολυφωνίας και θεσμικής σοβαρότητας, η εικόνα ενός Δημάρχου που διακόπτει, απαξιώνει, επιτίθεται λεκτικά και «επιβάλλεται» με το χέρι στο έδρανο, δεν είναι απλώς ντροπιαστική — είναι επικίνδυνη για την ποιότητα της Δημοκρατίας στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Το Δημοτικό Συμβούλιο δεν είναι προσωπικό βασίλειο κανενός και ο Δήμαρχος δεν είναι μονάρχης. Όταν λοιπόν ο πρώτος πολίτης της πόλης δίνει τέτοιο παράδειγμα, εύλογα τίθεται το ερώτημα:
Πώς περιμένει σεβασμό από τους πολίτες, όταν ο ίδιος δεν σέβεται τους θεσμούς;
Και αυτό —καλώς ή κακώς— γράφεται στην πολιτική ιστορία της πόλης.




