Συμφωνία ΕΕ–Mercosur: Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τον αγροτικό τομέα

Must read

Σύνοψη από e-peiraias:
  • Μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, η συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur εγκρίθηκε σε επίπεδο αντιπροσώπων, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο συζήτησης για το μέλλον του ευρωπαϊκού και ελληνικού αγροτικού τομέα.
  • Το άρθρο του Νίκου Μπουνάκη στο crete24.gr αναλύει σε βάθος τις πραγματικές διαστάσεις της συμφωνίας και κυρίως τις αντιφάσεις που αυτή δημιουργεί σε σχέση με την ευρωπαϊκή πολιτική για το περιβάλλον και την αγροτική παραγωγή.
  • Η συμφωνία υποστηρίχθηκε από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, ενώ και η Ελλάδα τάχθηκε υπέρ, με βασικό στόχο το άνοιγμα νέων αγορών και την ενίσχυση της γεωοικονομικής επιρροής της ΕΕ.

Μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, η συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur εγκρίθηκε σε επίπεδο αντιπροσώπων, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο συζήτησης για το μέλλον του ευρωπαϊκού και ελληνικού αγροτικού τομέα. Το άρθρο του Νίκου Μπουνάκη στο crete24.gr αναλύει σε βάθος τις πραγματικές διαστάσεις της συμφωνίας και κυρίως τις αντιφάσεις που αυτή δημιουργεί σε σχέση με την ευρωπαϊκή πολιτική για το περιβάλλον και την αγροτική παραγωγή.

Η συμφωνία υποστηρίχθηκε από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, ενώ και η Ελλάδα τάχθηκε υπέρ, με βασικό στόχο το άνοιγμα νέων αγορών και την ενίσχυση της γεωοικονομικής επιρροής της ΕΕ. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτή η στρατηγική ανάπτυξης έρχεται σε σύγκρουση με τις ίδιες τις πολιτικές βιωσιμότητας που έχει υιοθετήσει η Ευρώπη.


Mercosur: Μια τεράστια αγορά αλλά με άνισους όρους ανταγωνισμού

Η Mercosur, που περιλαμβάνει χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή, αποτελεί έναν οικονομικό χώρο με περίπου 270 εκατομμύρια καταναλωτές, ενώ το εμπόριο με την ΕΕ ξεπερνά τα 111 δισ. ευρώ ετησίως.

Η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση δασμών για το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για ευρωπαϊκές εξαγωγές. Όμως, όπως επισημαίνεται στο άρθρο, η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι η αύξηση των εισαγωγών φθηνών αγροτικών προϊόντων, τα οποία δεν παράγονται με τα ίδια αυστηρά πρότυπα που ισχύουν στην ΕΕ.

Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδιαίτερα για τους Ευρωπαίους και κυρίως τους Έλληνες παραγωγούς, που ήδη λειτουργούν με υψηλό κόστος και αυστηρούς κανονισμούς.


Η αντίφαση με την Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ

Ένα από τα βασικά σημεία που αναδεικνύει ο Νίκος Μπουνάκης είναι η σύγκρουση της συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Από τη μία πλευρά, η ΕΕ ζητά από τους αγρότες να εφαρμόζουν αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής. Από την άλλη, ανοίγει την αγορά σε προϊόντα τρίτων χωρών που δεν υπόκεινται στους ίδιους κανόνες.

Το αποτέλεσμα είναι διπλό:
μείωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών προϊόντων και ταυτόχρονα ενίσχυση εισαγωγών που ενδέχεται να επιβαρύνουν το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία.


Η ελληνική πραγματικότητα: ένας ήδη πιεσμένος τομέας

Η ανάλυση του άρθρου εστιάζει ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου ο αγροτικός τομέας παρουσιάζει ήδη σημάδια συρρίκνωσης. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται, έχει καταγραφεί σημαντική μείωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και της καλλιεργούμενης γης, γεγονός που δείχνει εγκατάλειψη του επαγγέλματος.

Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αυξάνονται σταθερά, με αποτέλεσμα να διευρύνεται το εμπορικό έλλειμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία με τη Mercosur εκτιμάται ότι θα εντείνει την πίεση, οδηγώντας περισσότερους παραγωγούς εκτός αγοράς.


ΠΟΠ/ΠΓΕ: Ευκαιρία ή χαμένη δυνατότητα;

Ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της συμφωνίας είναι η προστασία των προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ. Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να αξιοποιήσει αποτελεσματικά αυτό το πλεονέκτημα.

Παρά το γεγονός ότι διαθέτει σημαντικό αριθμό πιστοποιημένων προϊόντων, η συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή αγορά παραμένει περιορισμένη, κάτι που αποδίδεται σε έλλειψη στρατηγικής, μεγέθους και εμπορικής οργάνωσης.


Τι χρειάζεται να αλλάξει

Ο Νίκος Μπουνάκης τονίζει ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας είναι ο παραγωγοκεντρικός χαρακτήρας της, χωρίς επαρκή προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς. Αυτό οδηγεί σε προϊόντα χαμηλής προστιθέμενης αξίας, υψηλό κόστος και χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Η λύση, σύμφωνα με την ανάλυση, περνά μέσα από:

  • ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο για τον αγροτικό τομέα
  • επένδυση στην καινοτομία και την έρευνα
  • σύνδεση παραγωγής με την αγορά
  • και τη δημιουργία ενός οργανωμένου οικοσυστήματος τύπου “Food Valley”, που θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα.

Το άρθρο του Νίκου Μπουνάκη αναδεικνύει ότι η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν είναι απλώς μια εμπορική εξέλιξη, αλλά μια στρατηγική επιλογή με σοβαρές επιπτώσεις για τον αγροτικό τομέα. Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: να προστατεύσει την παραγωγή της και ταυτόχρονα να μετασχηματίσει το παραγωγικό της μοντέλο ώστε να αντέξει στον διεθνή ανταγωνισμό.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ

- Advertisement -spot_img

More articles

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

- Advertisement -spot_img

Latest article